«Η επιτυχία μου δεν ήρθε ξαφνικά»: Ο Τομ Χανκς αποκαλύπτει πτυχές της καριέρας του

Ο Τομ Χανκς ανήκει στην κατηγορία των καλλιτεχνών που, πέρα από τη δημοτικότητα που απολαμβάνουν, ενσαρκώνουν ένα κομμάτι της κοινής αμερικανικής ιστορίας.

Από τότε που ο ηθοποιός άφησε πίσω του μια σειρά από ρόλους όπως ο αφελής, ερωτευμένος πρωταγωνιστής στο «Big» (1988), έγινε σταδιακά η «προσωποποίηση» της αμερικανικής καλοσύνης. Στη διάρκεια της μακρόχρονης καριέρας του, μετέδωσε με έξυπνο τρόπο μια θεμελιώδη και φιλόδοξη ευπρέπεια. Υποδύθηκε έντιμους άνδρες που βρίσκονταν τότε στο περιθώριο της κοινωνίας όπως ο ομοφυλόφιλος δικηγόρος στην ταινία «Φιλαδέλφεια» ο οποίος υπέφερε από τις διακρίσεις εναντίον του και άλλους χαρακτήρες όπως στις ταινίες «Φόρεστ Γκαμπ» και «Απόλλων 13».

Σε άλλες περιπτώσεις κατόρθωσε να εμφυσήσει, σε χαρακτήρες που βίωναν φαινομενικά αφόρητες καταστάσεις, την αισιοδοξία ότι μπορούν να τα καταφέρουν είτε είναι μόνοι (στο φιλμ «Cast Away») είτε περιτριγυρίζονται από εχθρούς (στο «Saving Private Ryan»). Είναι τέτοιο το χάρισμα του, που έχει δημιουργήσει αξιόπιστα πορτρέτα αληθινών χαρακτήρων (στα «Sully» και «Captain Phillips»), κινούμενων σχεδίων (ο Γούντι ο καουμπόι στις ταινίες «Toy Story») κ.α.

Τι σημαίνει λοιπόν το γεγονός ότι, σε μια περίοδο όπου μειώνεται η εμπιστοσύνη μας στους θεσμούς αλλά και μεταξύ τον ανθρώπων, ο Τομ Χανκς υποδύεται τώρα έναν κακό χαρακτήρα στη βιογραφική ταινία «Elvis» του Μπαζ Λούρμαν; Έναν που έχει συμβάλει στην πτώση ενός άλλου εμβληματικού και θρυλικού Αμερικανού καλλιτέχνη, του Έλβις Πρίσλεϊ; Με έναν πραγματικά δικό του τρόπο, ο Χανκς βρίσκει κάτι απροσδόκητα ελπιδοφόρο ακόμη και σε αυτόν τον χαρακτήρα. «Δεν με ενδιαφέρει η κακία. Με ενδιαφέρει το κίνητρο», λέει ο Χανκς στους New York Times για τον ρόλο του ως ο σκιώδης μάνατζερ ταλέντων, συνταγματάρχης Τομ Πάρκερ. «Το μόνο που μπορείτε να πείτε είναι ότι δεν είναι σωστός», προσθέτει, «όχι ότι είναι διαβολικός».


Στην πρόσφατη συνέντευξή του στους New York Times, ο Τομ Χανκς –μεταξύ άλλων – ανέφερε τα εξής.

Για την επιτυχία στην καριέρα του: «Η επιτυχία μου δεν ήρθε ξαφνικά. Έπαιζα για πολύ καιρό σε ταινίες, μέχρι να αποκτήσω τις ευκαιρίες και την εμπειρία ώστε να συνειδητοποιήσω πως δεν χρειάζεται να λέω ναι σε όλα μόνο και μόνο επειδή μου προσφέρουν μια πρόσκαιρη λάμψη. Και τι θα έκανα λοιπόν; Θα περίμενα να χτυπήσει το τηλέφωνο; Το τηλέφωνο χτύπησε και είπα ναι! Στάθηκα όμως τυχερός καθώς η αίσθηση του εαυτού μου και η καλλιτεχνική μου δίψα μεγάλωναν ταυτόχρονα. Είχα πρωταγωνιστήσει σε αρκετές ρομαντικές ταινίες και είχα συμβιβασθεί πολλές φορές ενώ ήθελα να πω ότι: “δεν πρόκειται ούτε καν να διαβάσω τέτοια σενάρια”. Έτσι, περιμένεις κάτι που να αντιπροσωπεύει περισσότερο τον καλλιτέχνη που θέλεις να γίνεις (…) Αν δείτε την καριέρα οποιουδήποτε, υπάρχουν επιτυχίες και αποτυχίες. Υπάρχουν ταινίες που απλά δεν λειτουργούν και αν κάτι που δεν λειτουργεί σε εξουθενώνει, τότε έχεις μεγάλο πρόβλημα».

Για το κινηματογραφικό στιλ που επιλέγει: «Έχω ένα ιδιαίτερο κινηματογραφικό στιλ σε κάθε ταινία μου, με τον ίδιο τρόπο που ο ΝτεΝίρο παρουσιάζει μια κακία σε κάθε ρόλο που υποδύεται. Μπορεί να υπάρχουν νέοι τρόποι για να εξετάσει κανείς τι σημαίνει αυτό. Για παράδειγμα, όταν ο Κλιντ Ίστγουντ είπε: “Θέλεις να γίνεις ο κυβερνήτης Σάλι;”. Του είπα: “Έχω υποδυθεί αυτόν τον ρόλο στο παρελθόν”. Και μου είπε: “Ναι, τον έχεις υποδυθεί”. Το θεώρησα ως μια πρόκληση. Είναι σαν να έλεγε ότι υπάρχει ακόμα κάτι που δεν έχει διερευνηθεί.

Οι Γκάρι Κούπερ, Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, Μπέττυ Ντέιβις και Τζίμι Στιούαρτ “μετέφεραν” το προσωπικό τους ύφος σε κάθε τους ταινία και εμείς αναζητούσαμε κάποια αλλαγή. Δεν υπάρχει κάτι μαγικό που μπορείς να κάνεις για να ξεχάσει το κοινό αυτό το ύφος. Η ευρύτερη ερώτηση λοιπόν που πρέπει να κάνεις είναι αν η συμπεριφορά κάθε νέου χαρακτήρα είναι αυθεντική μιας αναγνωρίσιμης ανθρώπινης συμπεριφοράς».

Για τις ταινίες «Ο Κώδικας ΝταΒίντσι»: Ω, Θεέ μου, αυτή ήταν μια εμπορική ταινία. Και τα σίκουελ του Ρόμπερτ Λάνγκντον είναι ανούσια (…) Αυτά είναι απολαυστικά κυνήγια για χαμένα αντικείμενα, που ιστορικά είναι τόσο ακριβή όσο και οι ταινίες κατασκοπείας του Τζέιμς Μποντ. Αλλά είναι τόσο κυνικά όσο ένα σταυρόλεξο. Το μόνο που κάναμε ήταν να υποσχεθούμε μια διαφορετική επέκταση. Δεν υπάρχει τίποτα κακό με το καλό εμπόριο, υπό την προϋπόθεση ότι είναι καλό εμπορικά.
Στα γυρίσματα του Κώδικα ΝταΒίντσι, γιόρτασα τα γενέθλιά μου. Κάναμε γυρίσματα στο Λούβρο τη νύχτα. Άλλαξα το παντελόνι μπροστά στη Μόνα Λίζα! Μου έφεραν μια τούρτα γενεθλίων στο Grand Salon! Ποιος μπορεί να έχει αυτή την εμπειρία; Υπάρχει κυνισμός; Δεν πιστεύω!».

Για την πρώτη ανάμνηση που του έρχεται στο μυαλό από την πολυετή καριέρα του: «Γυρίζαμε τις σκηνές στο παγκάκι του πάρκου για το “Forrest Gump”. Είναι καλοκαίρι στη Σαβάνα της Τζόρτζια. Κάναμε γυρίσματα για 27 συνεχόμενες μέρες. Ήταν βάναυσο. Καθόμασταν εκεί, κουρεύτηκα, προσπαθούσαμε να δώσουμε νόημα σε αυτόν τον διάλογο (…) ποτέ δεν υπάρχει εγγύηση.

Τον Ιούλιο θα γίνω 66 ετών και δουλεύω ως ηθοποιός για να βιοποριστώ από τα 20 μου χρόνια. Σαράντα έξι χρόνια και τώρα ξέρω αυτό που ήταν προφανές όταν ήμουν 20 ετών. Είναι αυτό που είπε ο καλλιτέχνης και σύμβουλος Σπένσερ Τρέισι: “Να ξέρετε τις ατάκες σας και να μην πέφτετε πάνω στα έπιπλα. Μάθετε τα λόγια σας. Να είστε ακριβείς. Πείτε την αλήθεια.” Αυτό είναι το μόνο που μπορείς να κάνεις».

 Copyright © 2014 - 2022 YSTEROGRAFO NEWS