Το χωριό μου το Παγκράτι

Δειλινό στο Λεωνίδιο της Κυνουρίας. Ο παππούς κάθεται αναπαυτικά σε πολυθρόνα και απολαμβάνει την αλλαγή του χρώματος της θάλασσας. Τα τζιτζίκια ακόμα δεν έχουν σταματήσει την μονότονη συναυλία τους. Ζέστη. Εκεί που ρεμβάζει τον περιτριγυρίζουν τα εγγόνια του, η Μαριλένα, η Αγγελική, η κάπως μικρότερη Αγγελική, ο Θοδωράκης και ο Γιωργάκης. 

  • Τι γίνεται παιδιά. Πώς αυτή η ευχάριστη έκπληξη; 
  • Παππού θέλουμε μια χάρη να μας κάνεις...του λέγει η Μαριλένα.
  • Σας την κάνω και χωρίς να την ξέρω...
  • Να μας μιλήσεις για την πατρίδα σου. Ξέρουμε πως η γιαγιά Αγγελική ζεί στην Αθήνα με καταγωγή από το Λεωνίδιο, εσύ από πού είσαι; Πού μεγάλωσες;
  • Για να γεννηθώ γνωρίστηκαν στην Αθήνα και ενώθηκαν ο από τηνΑρκαδία πατέρας μου με την Μικρασιάτισσα μητέρα μου, από την παρά το Σίπυλο όρος Μαγνησία. Μεγάλωσα στο Παγκράτι, συνοικία της Αθήνας. Αυτή, για μένα, είναι η ιδιαίτερη πατρίδα μου, το χωριό μου...
  • Παππού, τι μας λες, λένε χαμογελώντας οι δύο Αγγελικoύλες

μάλλον υπονοώντας ότι κάνει χιούμορ. Το Παγκράτι απέχει λιγότερο από μισή ώρα από την πλατεία Συντάγματος και το θεωρείς χωριό σου;

Ο παππούς κοίταξε στα μάτια όλα τα παιδιά, διατηρώντας το χαμόγελό του. Λοιπόν έχετε όρεξη να με ακούσετε για να σας εξηγήσω γιατί το θεωρώ χωριό μου; Θα κάνετε υπομονή;

  • Ναι, ναι, είπαν ομόφωνα τα εγγόνια. Κάθισαν σταυροπόδι σε ημικύκλιο και κρεμάστηκαν από το στόμα του.

Έτσι άρχισε να περιγράφει  το χωριό Παγκράτι των Αθηνών, τη δεκαετία του 1950, πριν οι μπουλντόζες το μετατρέψουν στην πολύβουη συνοικία με τις πολυκατοικίες και τα πολλά μαγαζιά και την βαθμιαία κατάργηση της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων.

Μια φορά και έναν καιρό παιδιά μου το Παγκράτι ήταν ένα μεγάλο χωριό. Κανονικό χωριό. Είχε πολλούς χωματόδρομους, τα περισσότερα σπίτια είχαν κήπους και αυλές, οι άνθρωποι κοιμόνταν το καλοκαίρι στις ταράτσες των σπιτιών, και όσοι κοιμόνταν στα δωμάτια τους είχαν ορθάνοιχτα τα παράθυρα και τις μπαλκονόπορτές τους, κι ας βλέπαν στον δρόμο. 

Στους χωματόδρομους τα παιδιά, πολλά παιδιά, παίζαν διάφορα παιχνίδια και οι μαμάδες έπρεπε να αρχίσουν τις φωνές και τις απειλές, ότι «θα φάνε ξύλο» για να τα μαζέψουν. Τα παιδιά όμως καθυστερούσαν να υπακούσουν. Τι να κάνουν στο σπίτι... Έξω είχαν παιχνίδι, παρέες...

  • Τι παιχνίδια παίζατε παππού; Ρώτησε ο Θοδωράκης.
  • Μερικά σας τα έχω μάθει, απάντησε ο παππούς. Παίζαμε αμάδες, την «μπερλίνα», το «ρολόι», «κουτσό», τη «μακριά γαϊδούρα». Επηρεασμένοι από το Παναθηναϊκό Στάδιο, που ήταν δίπλα μας, κάναμε αγώνες δρόμου γύρω από τα οικοδομικά τετράγωνα, και στα χωμάτινα πεζοδρόμια πηδάγαμε άλματα εις μήκος, τριπλούν, ακόμη και ύψος, με ένα σπάγγο που κράταγαν δυο παιδιά. Παίζαμε και μπάλα στους δρόμους και στο άλσος, κινδυνεύοντας να φωνάξουν την αστυνομία οι ταλαίπωροι κάτοικοι, που δεν απολάμβαναν τις φωνές μας, ούτε δείχναν κατανόηση όταν έπεφτε η μπάλα στην αυλή τους και πηδάγαμε σε αυτήν να την πάρουμε. Πολύ χειρότερα ήταν τα πράγματα όταν έσπαγε και κανένα τζάμι... Τα πιο θεαματικά αλλά επικίνδυνα παιχνίδια ήσαν ο πετροπόλεμος και ο πόλεμος μεταξύ των «στρατών» της απάνω και της κάτω γειτονιάς. Όπλα τους συνήθως καδρόνια... Αρκετές φορές άνοιγαν κεφάλια παιδιών και τα τρέχαν οι γονείς στο Πρώτων Βοηθειών...
  • Πολύ άτακτοι ήσασταν παππού, παρατήρησε ο Γιωργάκης.
  • Είναι αλήθεια αυτό Γιωργάκη. Όμως φαντάσου. Εμείς δεν είχαμε ούτε κομπιούτερς, ούτε παιχνίδια ηλεκτρονικά, ούτε τηλέφωνα. Δεν είχαμε και γήπεδα να παίξουμε ποδόσφαιρο. Έτσι παίζαμε στις αλάνες, δηλαδή ελεύθερα οικόπεδα. Μια τέτοια αλάνα ήταν εκεί που σήμερα είναι η πλατεία προσκόπων. Πηγαίναμε και στη Ριζάρειο Σχολή, απέναντι από το νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», που είχε μεγάλη αυλή... Ήμασταν σκληραγωγημένοι. Δεν πήγαινε το μυαλό μας ότι κάναμε κάτι κακό. Όλα τα βλέπαμε σαν ένα παιχνίδι. 
  • Άσε Γιώργο τον παππού να συνεχίσει είπαν τα κορίτσια. Συνέχισε παππού. 
  • Μιλώ πάντα για το χωριό Παγκράτι. Όπως εδώ στο χωριό έτσι τότε εμείς δεν αισθανόμασταν κανένα φόβο πηγαίνοντας από πολύ μικροί μόνοι μας στο σχολείο, ή κάνοντας θελήματα. Προσωπικά πήγα στην 1ηΔημοτικού στα 5,5 μου χρόνια. Νηπιαγωγεία δεν υπήρχαν, οι γονείς εργάζονταν πρωί απόγευμα και η γιαγιά μου είχε μεγαλώσει... Πήγαινα στο σχολείο μόνος μου. Μόνο την πρώτη ημέρα με πήγε η μητέρα μου και βγάλαμε αναμνηστική φωτογραφία, με εκείνες τις παλιές μηχανές των πλανόδιων φωτογράφων... Απόσταση από το σχολείο περίπου ένα χιλιόμετρο. Στο δρόμο συναντούσα συμμαθητές και πηγαίναμε έτσι παρέα όλοι μαζί...Ανεβαίναμε την ανηφόρα της οδού Αριστοξένου, φτάναμε στην κορυφή της, εκεί βλέπαμε τον ορεινό όγκο του Υμηττού και εντυπωσιαζόμασταν και κατηφορίζαμε το άλσος και φτάναμε στο Α΄ Δημοτικό...
  • Παππού, τον ρώτησαν τα κορίτσια, έως τα πεντέμισι σου χρόνια και τα καλοκαίρια μέχρι να πας γυμνάσιο έμενες στο σπίτι. Θυμάσαι κάτι από την διαμονή σου στο σπίτι με τη γιαγιά σου;
  • Πολλά. Γιατί πολλά μου έκαμαν εντύπωση. Η γιαγιά μου η Βασιλεία, ήταν Μικρασιάτισσα, παπαδιά και δασκάλα. Είχε έντονη προσωπικότητα, πολλή καλοσύνη, μεγάλη καρδιά. Ήταν και μεγαλοπρεπής. Αρχοντική. Ήξερε πολλά γράμματα. Είχε μιαν πρώτη ανεψιά, δασκάλα από τη Μικρά Ασία επίσης. Έμενε κοντά και κάθε πρωί περνούσε να της δώσει η γιαγιά τι να της ψωνίσει και να τα πούνε. Όταν ήμουν κοντά τους μιλάγανε και τούρκικα, για να μην τις καταλάβω. Η θεία μου είχε και ανύπαντρη κόρη, προχωρημένη σε ηλικία. Ήθελε να βλέπει με τη θεία της τον καφέ, μήπως και δει στα υπολείμματα του στο φλιτζάνι κάτι ευχάριστο για την κόρη της, ξέρετε ,ότι θα παντρευτεί... Μια φορά που με πήρε η γιαγιά στη λαϊκή αγορά γίνονταν εκεί έργα, δεν είχαν βάλει κάποια ταμπέλα, η γιαγιά είχε μεγάλη μυωπία έπεσε στον ανοικτό λάκκο, παρασύροντας κι εμένα, που βρέθηκα από κάτω της. Η γιαγιά εύσωμη, εγώ αδύνατος, όπως ο Γιωργάκης. Μάτωσε το φρύδι μου. Κινητοποιήθηκε ο κόσμος, που μαζεύτηκε από ενδιαφέρον ή από περιέργεια. Η γιαγιά δεν ενδιαφερόταν για τον εαυτό της. Εμένα φρόντιζε. Πήρε τηλέφωνο τον πατέρα μου, που ήρθε γρήγορα με ταξί, με πήρε και με πήγε στις Πρώτες Βοήθειες, στην οδό Τρίτης Σεπτεμβρίου... Από τότε η γιαγιά δεν με έπαιρνε μαζί της στα ψώνια...Με έβαζε στο μπαλκόνι και έκλεινε την μπαλκονόπορτα. Εγώκαθόμουν κάτω, στο μάρμαρο του μπαλκονιού και έβγαζα τα πόδια και τα χέρια μου στη σιδεριά του μπαλκονιού. Ευτυχώς που ήταν αυτή στενή και ψηλή και δεν μπορούσα να πέσω κάτω, από ένα ύψος πέντε περίπου μέτρων. Έτσι που με έβλεπε στον ήλιο να κάθομαι η κυρά Αλεξάνδρα, από το απέναντι σπίτι, με λυπόταν.

Έβγαινε και μούκανε παρέα, μέχρι να επιστρέψει η γιαγιά... Το θυμάμαι και συγκινούμαι. Θεός σχωρέστες και τις δύο. Όταν πέθανε η γιαγιά μου ήμουν 14 ετών. Το νεκρό σώμα της έμεινε με ανοικτό το φέρετρο στο σπίτι. Τη νύχτα την ξενύχτησαν συγγενείς, γείτονες και φίλοι. Τώρα η συνήθεια αυτή του χωριού Παγκρατίου έχει ξεπεραστεί. Τώρα παραλαμβάνει τον νεκρό το Γραφείο των κηδειών και τον εμφανίζει πριν από τη νεκρώσιμη ακολουθία... 

Ο παππούς δάκρυσε λέγοντας αυτά. Τα παιδιά το πρόσεξαν και θέλησαν να αλλάξουν θέμα. 

  • Παππού ήσουν καλός μαθητής; Τον ρώτησε η νεότερη Αγγελική. 
  • Φιλότιμος ήμουν. Ήθελα να πηγαίνω διαβασμένος. Όπως όμως πήγα σχολείο, χωρίς νηπιαγωγείο, νωρίς και χωρίς καμία σχετική προετοιμασία δυσκολεύτηκα στα πρώτα χρόνια του Δημοτικού. Οι γονείς σας είπα εργάζονταν έως αργά το απόγευμα, Ήταν όμως η γιαγιά μου η Βασιλεία, η δασκάλα, που με βοήθησε. Καθώς ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι έπαιρνα ένα σκαμνάκι και πήγαινα κοντά της. Της έλεγα τα μαθήματα που είχα, της έδειχνα τι είχα γράψει, με διόρθωνε. Μου μάθαινε πράγματα. Με βοηθούσε και ο θείος μου ο Γιάννης, ο αδελφός της μητέρας μου, που επισκεπτόταν τη μητέρα του και γιαγιά μου, όταν ερχόταν νωρίτερα από τους γονείς... Είχαμε καλούς δασκάλους Θυμάμαι τη δασκάλα μου της Στ΄ Δημοτικού, Ελένη Παπαγεωργακοπούλου ονομαζόταν, που μας οργάνωσε το 1957, ήμουν στην Στ΄ Δημοτικού, μιαν εξαιρετική εορτή για τα εκατό χρόνια από τον θάνατο του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού. Καμιά φορά με πήγαινε η μητέρα μου στον κινηματογράφο. Το πρωί της Κυριακής το «Παλάς» έπαιζε παιδικές ταινίες. Υπήρχε και ο κινηματογράφος «Σινεάκ», στην οδό Πανεπιστημίου, με αποκλειστικά παιδικό πρόγραμμα... 
  • Το κάνανε και οι άλλες γιαγιάδες αυτό παππού; Βοηθούσαν τα εγγόνια τους; Ρώτησε η μεγαλύτερη Αγγελική.
  • Όχι όλες κορίτσι μου. Πολλές δεν ήξεραν πολλά γράμματα, σε άλλες άρεσε να κάθονται έξω από το σπίτι μιας και κάναν τη λεγόμενη ρούγα, κουτσομπολιό δηλαδή.... Συζητούσαν επί ώρες, μάλλον κουτσομπολεύοντας τις απούσες...Όταν προχωρούσε η νύχτα και ο ύπνος τις αιχμαλώτιζε, τότε μόνο αποφάσιζαν να το διαλύσουν...

Ο Θόδωρος θέλησε να επανέλθει στο μπαλκόνι, που καθόταν ο παππούς μικρό παιδί. Του είχε κάνει εντύπωση, όπως σε όλα τα παιδιά.

  • Παππού, εκεί που καθόσουν στο μπαλκόνι και σου έκανε παρέα η κυρία Αλεξάνδρα θυμάσαι να σου έκανε κάτι ιδιαίτερη εντύπωση;
  • Αρκετά. Θυμάμαι στο χωριό μου το Παγκράτι να περνά ο ψαράς έχοντας πάνω στο κεφάλι του ένα στρογγυλό μεγάλο πανέρι και φώναζε «ψάρια, φρέσκα ψάρια». Για να μην πάθει κάτι από το βάρος που σήκωνε έβαζεπάνω στο κεφάλι τουκάτι σαν υφασμάτινο κουλούρι...  Θυμάμαι που περνούσαν και πλανόδιοι μανάβηδες.  Έρχονταν με την άμαξά τους από τα Μεσόγεια και πουλούσαν τα λαχανικά και τα φρούτα που παρήγαγαν.  Και αυτοί φωνάζανε. Όμως η φωνή του ψαρά ήταν πολύ δυνατότερη...
  • Παππού, είπε η πιο μεγάλη στην ηλικία, η Μαριλένα, είπες ότι οι άνθρωποι είχαν μεταξύ τους επικοινωνία μέχρι να γίνουν οι πολυκατοικίες. Μπορείς να μας πεις περισσότερα;
  • Βεβαίως. Θα σου απαντήσω με ένα παράδειγμα. Εκτός από τις τακτικές επισκέψεις, που αντάλλασσαντακτικά συγγενείς και φίλοι σπουδαίες και απαραίτητες ήσαν οι επισκέψεις στις ονομαστικές εορτές. Τότε άνοιγαν τα σαλόνια, αγοράζονταν τα διάφορα γλυκίσματα, όπως σοκολατάκια, αμυγδαλωτά, εργολάβοι, τυλιχτά και τα απαραίτητα ποτά, συνήθως λικέρ. Όλο το σόϊ, φίλοι και συνάδελφοι περνούσαν για να ευχηθούν τον εορτάζοντα. Το σαλόνι γεμάτο. Όταν δεν χωρούσε περισσότερους έφευγαν αυτοί που είχαν έρθει νωρίτερα, παίρνοντας βιαστικά το γλυκό και το ποτό τους...Όταν ήταν η εορτή δημοφιλούς Αγίου οι επισκέπτες είχαν να πάνε να ευχηθούν πολλούς συγγενείς και φίλους. Αυτοκίνητα ΙΧ δεν υπήρχαν πολλά, γι΄ αυτό και χρησιμοποιούσαν οι επισκέπτες τα λεωφορεία και τα τραμ, μετά ήρθαν τα τρόλεϊ. Για να προλάβουν όλους τους εορτάζοντες άρχιζαν λοιπόν νωρίς το απόγευμα και κατέληγαν προχωρημένο βράδυ στο πιο οικείο πρόσωπο, που μπορεί να παρέθετε και μεζέ... Για εμάς τα παιδιά οι γιορτές ήσαν οι καλύτερες ημέρες μας, γιατί είχαμε το ελεύθερο της επίσκεψης στην κουζίνα, όπου ήσαν οι λιχουδιές, οι αλμυρές και οι γλυκές... 
  • Μεγαλώνοντας πώς ήταν το Παγκράτι, παρέμενε χωριό; Ρώτησε ο Γιωργάκης. 
  • Το Παγκράτι, Γιωργάκη άρχισε να αλλάζει στο τέλος της δεκαετίας του 1950. Έως τότε εξακολουθούσε να είναι χωριό. Γυμνάσιο ο πατέρας μου με έβαλε στο Α΄ Πρότυπο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, ιστορικό σχολείο στην Πλάκα. Στους μαθητές του ο Κολοκοτρώνης εκφώνησε τον περίφημο λόγο του και από εκείβγήκαν μεγάλες προσωπικότητες, της πολιτικής, των γραμμάτων και των τεχνών. Χωρίστηκα από τους συμμαθητές μου του Δημοτικού, που σχεδόν όλοι πήγαν στο Έβδομο Γυμνάσιο του Παγκρατίου. Στο σχολείο από τα 11,5 μου χρόνια πήγαινα μόνος με τα πόδια, μέσα από το Ζάππειο. Καμιά φορά έπαιρνα, πάλι μόνος, το τρόλεϊ.
  • Εκκλησία παππού πήγαινες μικρός; Τον ρώτησε ο Θοδωρής. 
  • Η γιαγιά μου η παπαδιά μας έμαθε να πηγαίνουμε στην Εκκλησία κάθε Κυριακή και μεγάλη γιορτή. Πήγαιναν τα περισσότερα παιδιά στην Εκκλησία τότε. Και μας άρεσε να ντυνόμαστε παπαδάκια. Όσοι μέναμε στην ενορία του Αγίου Σπυρίδωνος συναγωνιζόμασταν ποιοί θα πάμε νωρίτερα στην Εκκλησία, να ντυθούμε παπαδάκια και να βοηθάμε στη Θεία Λειτουργία τους ιερείς. Όσοι δεν προλαβαίναμε μέναμε έξω από το Ιερό στενοχωρημένοι... Πηγαίναμε και Κατηχητικό Σχολείο, Όταν ήμουν στην Τρίτη Γυμνασίου είχα κατηχητή μου στο Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος, κοντά στο Παναθηναϊκό Στάδιο, τον νεαρό τότε φοιτητή της Νομικής και μετά Αρχιεπίσκοπο της Εκκλησίας της Ελλάδος Χριστόδουλο (τότε Χρήστο) Παρασκευαΐδη, με τον οποίο διατήρησα αδιατάρακτη φιλία έως τον θάνατό του... Στις τάξεις του Λυκείου είχα τον π. Καλλίνικο, μετά Μητροπολίτη Πειραιώς, στον Προφήτη Ηλία Παγκρατίου και τον κ. Αναστάσιο Γιαννουλάτο, σήμερα Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας, στον Άγιο Κωνσταντίνο Ομονοίας...
  • Δεν μας είπες τίποτε για τον αθλητισμό παππού, είπαν η νεότερη Αγγελική και ο Γιωργάκης.
  • Το πρώτο που θέλω να σας πωείναι πως όπως σε όλα τα χωριά έτσι και στο Παγκράτι οι άνδρες κάθονταν στα καφενεία, χωρίς να χωρίζονται από ποδοσφαιρικές ομάδες ή πολιτικά κόμματα. Θυμάμαι μικρό παιδί που ξεκινούσαμε, ο εννέα χρόνια μεγαλύτερος αδελφός μου με έπαιρνε μαζί του από το καφενείο της πλατείας Πλαστήρα, όλοι μαζί, Παναθηναϊκοί και Ολυμπιακοί, να πάμε στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας να παρακολουθήσουμε το ντέρμπι του Παναθηναϊκού με τον Ολυμπιακό. Θυμάμαι ότι καθόμασταν όλοι μαζί στο γήπεδο, Παναθηναϊκοί και Ολυμπιακοί. Θυμάμαι συγκεκριμένα τον Παγκρατιώτη γνωστό τραγουδιστή Γιάννη Βογιατζή, που ήταν θερμός οπαδός του Παναθηναϊκού, και τραγούδησε με επιτυχία τον ύμνο του, να πηγαίνει στο γήπεδο μαζί με τον αδελφό μου, που υποστήριζε τον Ολυμπιακό και εγώ από κοντά. Ουδέν πρόβλημα για τα μικρά παιδιά στα γήπεδα, ως επί το πλείστον. 

     Το Παγκράτι, ως χωριό και μετά ως γειτονιά με συγκεκριμένα όρια είχε ομάδες ξεχωριστές που στη δεκαετία του 1950 πρωταγωνιστούσαν στα πρωταθλήματα. Ποδοσφαιρικό γήπεδο δεν διαθέτει το Παγκράτι, έπαιζε σε αυτό της Νήαρ Ηστ στην κοντινή Καισαριανή. Καλή ομάδα για τις τοπικές κατηγορίες, που πάντως έβγαλε παίκτες που έπαιξαν σε μεγάλες ομάδες, όπως τον Νεμπίδη στα χαφ, τον Σαραντάκο τερματοφύλακα και τον Τσιριμώκο επιθετικό. Στο μπάσκετ και στο βόλεϊ το Παγκράτι πρωταγωνιστούσε στα μεγάλα πρωταθλήματα και κοντραριζόταν με τον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό. Μέχρι να δημιουργηθεί το γήπεδο στο Μετς, μέσα στο Παγκράτι, που χρησιμοποιεί για μπάσκετ και βόλεϊ φιλοξενείτο στο γήπεδο των Νέων Βύρωνος. Τότε όλες οι ομάδες των γειτονιών – χωριών της Αθήνας είχαν ρόλο στα πανελλήνια πρωταθλήματα μπάσκετ και βόλεϊ κυρίως, όπως αυτές του Σπόρτινγκ στα Πατήσια, του Περιστερίου, του Πανελληνίου και του Μίλωνα στην Κυψέλη, του Πανιωνίου στη Νέα Σμύρνη... Αργότερα  του Αμύντας στον Υμηττό. Οι παίκτες μόνο Έλληνες που αγαπούσαν την ομάδα τους πολλές φορές χωρίς να παίρνουν πολλά χρήματα. Πολλά παιδιά σπούδασαν και έγιναν επιστήμονες. Μπάσκετ στο Παγκράτι έπαιξε και ο Ανδρέας ο Ζούλας, δημοσιογράφος, που από χρόνια ασχολείται με τη μεταφορά στη νεοελληνική αρχαίων τραγωδιών και κωμωδιών.   

  • Μας έχεις πει άλλοτε παππού ότι γεννήθηκες μέσα στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Μπορεί να μην είχε γήπεδο είχε όμως το Στάδιο το Παγκράτι, παρατήρησαν οι δύο Αγγελικούλες, που τους αρέσει ο κλασσικός αθλητισμός.
  • Ναι πράγματι, από πολύ μικρός πήγαινα στο Παναθηναϊκό Στάδιο, που η μάντρα του απέχει από το σπίτι μου εκατό περίπου μέτρα. Μου άρεσε πολύ να παρακολουθώ τις προπονήσεις των αθλητών και να παρακολουθώ αγώνες στίβου, που πήγαινε πολύς κόσμος, ακόμη και στα διασυλλογικά πρωταθλήματα, πόσο μάλλον στους βαλκανικούς αγώνες και στους άλλους διεθνείς και πολυεθνείς αγώνες... Θυμάμαι τον Παύλο Γιαννακόπουλο να ασχολείται με την ομάδα στίβου του Παναθηναϊκού, τον Τέρενς Κουίκ νεαρό αθλητικό συντάκτη.Θυμάμαι που παρακολουθούσα την προπόνηση του δισκοβόλου Αντώνη Κουνάδη, που ήταν τότε φοιτητής του Πολυτεχνείου και σήμερα είναι ομότιμος καθηγητής του Μετσόβειου Πολυτεχνείου και Ακαδημαϊκός. Με εντυπωσίαζε το γεγονός ότι συνδύαζε τη σκληρή προπόνηση και τον πρωταθλητισμό με την αριστεία στα γράμματα. Το ίδιο με εντυπωσίαζαν και οι άλλοι αθλητές επιστήμονες, ο Κοΐνης, ο Τρίτσης, ο Μαρσέλλος, ο Τσακανίκας, ο Σκούρτης... Στο Παναθηναϊκό Στάδιο γίνονταν και αγώνες μπάσκετ...Τότε δεν υπήρχαν κλειστά γυμναστήρια και τα γήπεδα δεν είχαν και την καλύτερη επίστρωση...
  • Και τώρα παππού πώς βλέπεις το χωριό που έχει γίνει πολύβουη συνοικία και τι θα γίνει το σπίτι που μεγάλωσες; Ρώτησαν τα παιδιά.
  • Όπως σας είπα στην αρχή το χωριό Παγκράτι δεν υπάρχει πια. Το σπίτι που γεννήθηκα και μεγάλωσα κτίσθηκε το 1935 και από τις συγκυρίες υπάρχει ακόμη. Σε λίγο πιθανόν να υπάρχει μόνο σε φωτογραφίες, θα είναι μια ανάμνηση που θα σβήσει με εσάς που είσθε οι τελευταίοι, που το γνωρίσατε. Όλα έρχονται και φεύγουν, τα έμψυχα και τα άψυχα. Για τα έμψυχα πιστεύουμε ότι υπάρχει μια άλλη, καλύτερη ζωή. Τα άψυχα τελειώνουν. Το χωριό Παγκράτι που γνωρίσαμε έχει χαθεί, οι αυλές, οι ρούγες, τα παιχνίδια, οι κοινωνικές σχέσεις. Τώρα μάλλον χάνεται και το σπίτι που μεγάλωσα. Έτσι είναι η ζωή. Ας κρατήσουμε την ανάμνησή του, ας κρατήσουμε ότι αυτό κτίσθηκε με κόπο και μόχθο πολύ των γονέων μου που μας το παρέδωσαν ως κάτι δικό τους, ως δημιούργημά τους. Ξεκίνησαν από το μηδέν και με τις οικονομίες τους κατάφεραν να κάνουν αυτό το σπίτι. Έφυγαν εκείνοι, ίσως σε λίγο θα φύγει και αυτό, θα φύγω κι εγώ...

Ο παππούς εκεί έκλεισε τη συζήτηση με τα εγγόνια του. Έκλεισε τα μάτια του, έπεσε σε συλλογή και δάκρυα κύλησαν στα ζαρωμένα μάγουλά του. Τα εγγόνια έτσι βλέποντάς τον μελαγχόλησαν. Όμως βρήκαν τα κουράγια της νιότης τους, τη δίψα για ζωή. «Παππού», είπαν, «άλλοτε μας έχεις πει ότι κάτι χάνεται όταν λησμονιέται κι εμείς δεν θα ξεχάσουμε ούτε εσένα, ούτε το σπίτι που έφτιαξαν οι γονείς σου. Και σου υποσχόμαστε ότι δεν θα τα ξεχάσουν ούτε τα παιδιά μας, ούτε τα παιδιά των παιδιών μας...Έλα μέσα τώρα μαζί μας να παίξουμε το ΟΥΝΟ...»-

          

*Ο Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1946 στο Παγκράτι της Αθήνας. Εργάσθηκε ως χημικός για είκοσι χρόνια και από το 1985 επί 25 χρόνια και συνεργάζεται έως και σήμερα με την εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος». Σπούδασε Χημεία και Θεολογία και μετεκπαιδεύτηκε στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο στη διοίκηση των επιχειρήσεων και στην ασφάλεια της εργασίας. Μεταξύ των βιβλίων του, που έχουν κυκλοφορηθεί είναι η μελέτη του για τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη,  η έρευνά του για την εμφύλια μάχη ιδεών από το 1945 έως το 1960, η περιγραφή για το πώς ιστόρησαν τη μάχη του Λεωνιδίου (21/1/1949) οι δύο πλευρές, ως case study για το πώς γράφεται η Ιστορία, και το ιστορικό του μυθιστόρημα «Αποκάλυψη στην Ιωνία». 

 ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Το Σαχέλ και ο Αλ. Τσίπρας

 Copyright © 2014 - 2021 YSTEROGRAFO NEWS