Χωρίς «magna carta” με τους δικαστές

Το να ξυπνάς  το πρωί και να ανεβαίνεις στο έδρανο για να αποφασίσεις με τρόπο καθοριστικό και κάποιες φορές μοιραίο για την  ζωή και την περιουσία  μιας σειράς ανθρώπων και των οικογενειών τους , σε κάθε περίπτωση δεν είναι  απλή υπόθεση.  Τουλάχιστον δεν είναι μια συνηθισμένη δουλειά. Για τον λόγο αυτό η δικαιοσύνη είναι μια λειτουργία τόσο σημαντική όσο και η άσκηση της εξουσίας στη διακυβέρνηση.  Οι δικαστές εξάλλου δεν μπορεί να είναι , τουλάχιστον για τον μέσο  άνθρωπο,  καθημερινοί πολίτες.  Η έδρα της εξουσίας τους άλλωστε είναι πάντα επαρκώς υπερυψωμένη σε σχέση με το εδώλιο των διαδίκων , των κατηγορουμένων ή και το ακροατήριο . Χωρίς μάλιστα να  παρεμβάλλονται στη σχέση δικαστή και πολιτών οι «φιοριτούρες»  της πολιτικής , ειδικά στην Δημοκρατία, όπου οι εμπλεκόμενοι υπουργοί , βουλευτές, πολιτευτές  επιδιώκουν να γίνουν  αγαπητοί στους ψηφοφόρους .  Η εξουσία των δικαστών  είναι απόλυτη τόσο  απέναντι  στους κυβερνήτες , αφού βασίζεται στην επίκληση και την εφαρμογή του θεσπισθέντος νόμου  και όχι τις επιθυμίες τους , όσο και ως προς τους πολίτες στους οποίους εφαρμόζεται ο νόμος και όχι η υποκειμενική επιλογή του δικαστή .  Για τον λόγο αυτό οι εκάστοτε κυβερνήτες σε όλες τις εποχές προσπαθούν με κάθε τρόπο να έχουν την δικαιοδοσία του διορισμού των ανώτατων δικαστών  και να ελέγχουν την εξέλιξη τους  στην ιεραρχία . Ενώ πολίτες  στρέφονται με βίαια μέσα απέναντι στις αποφάσεις των δικαστών, ειδικά αν με επανειλημμένο τρόπο οι αποφάσεις των δικαστηρίων παρουσιάζουν ευρεία απόκλιση της νομιμότητας με την νομιμοποίηση στις αποφάσεις τους.

Σύμφωνα με έναν από τους κυρίαρχους διανοητές της αστικής επανάστασης των Γάλλων, του Μοντεσκιέ, που  αγαπούν να επικαλούνται πολύ συχνά πολλοί στην Ελλάδα, η διάκριση των εξουσιών Δικαστικής, Εκτελεστικής , Νομοθετικής αποτελεί τον θεμέλιο λίθο για  την καλύτερη  λειτουργία της Δημοκρατίας.  Είναι ένα μοντέλο αποκέντρωσης της εξουσίας  και αλληλοεπόπτευσης   της, που δεν θεσμοθετήθηκε ποτέ στην χώρα μας. Φυσικά ούτε με το Σύνταγμα του 1975 και τις αναθεωρήσεις του .  Η Δημοκρατία στην Ελλάδα λειτουργεί  από την μεταπολίτευση και μετά στην κατεξοχήν αυθαίρετη και αυταρχική εκδοχή της για το εμπεδωμένο περιβάλλον θεσμικής Δημοκρατίας και κράτους δικαίου που διατυμπανίζει ως «κεκτημένο» η Ευρώπη και η Δύση. Στην Ελλάδα το μοντέλο είναι κομματοκρατικό. Για δεκαετίες το πρώτο  σε ψήφους κόμμα  με εκλογικά συστήματα αυξημένης αναλογικής , «απαλλοτριώνοντας» δηλαδή ψήφους άλλων,  κατελάμβανε τον απόλυτο έλεγχο του Κοινοβουλίου .  Αποφάσιζε τους νόμους κατά το δοκούν σε κλίμα «επαναστατικού δικαίου» , τους ψήφιζε στο Κοινοβούλιο στη βάση της «κομματικής πειθαρχίας» και του εφιάλτη της αποστασίας για τους βουλευτές της πλειοψηφίας , ενώ διόριζε  την ηγεσία της Δικαιοσύνης  ελέγχοντας με τον τρόπο αυτό την άσκηση της δικαστικής εξουσίας αλλά και τον   διοικητική έλεγχο μέσω  των αποφάσεων  του Συμβουλίου της Επικρατείας . 

Το «σύστημα»  λειτούργησε για πολλές δεκαετίες πολύ αρμονικά και αποτελεσματικά  . Οι άγραφοι νόμοι της απόδοσης σεβασμού των κυβερνήσεων  προς τους δικαστές αλλά  και της εναρμόνισης του δικαίου και της απονομής της δικαιοσύνης προς τις πολιτικές σκοπιμότητες  αντιστοίχως από την πλευρά των ανώτατων δικαστών και των θεωρητικών του δικαίου με την σταθερή διαμεσολάβηση σε οριακές περιπτώσεις εμβληματικών δικηγορικών γραφείων ή εταιρειών λειτούργησε στην εντέλεια .  Κάτι σαν το άγραφο Σύνταγμα στην Αγγλία . Μέχρι που ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ.   Η Αριστερή διακυβέρνηση μπορεί  τελικά να μην επιζητά τη σύγκρουση με τη Δικαιοσύνη , σίγουρα όμως δεν αντιλαμβάνεται η ηγεσία της  πως λειτουργεί αυτή η περίπου ‘Magna Carta” στη σχέση των κυβερνήσεων  με τους δικαστές. Οπότε  χάος …

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ του Τύπου

 ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
 ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER